Τι μπορούν να περιμένουν οι δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο;

Ως γνωστόν, ελπίδα δικαίωσης για τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο έδωσε δικαστική απόφαση η οποία είναι 180
μοίρες αντίθετη από αυτή της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Και η ελπίδα ανάγεται στο γεγονός ότι ήδη παραπέμφθηκε
προδικαστικό δικαστικό ερώτημα για τα δάνεια σε Ελβετικό φράγκο στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διότι με
μία ιδιαιτέρως σημαντική απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (ΠολΠρΑθ 1599/2020) ανέβαλε την έκδοση
οριστικής απόφασης και απηύθηνε μία σειρά από προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
σχετικά με τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

Με αυτή την εξέλιξη, ανοίγει «παράθυρο» για πιθανή  δικαίωση δανειοληπτών, καθώς οι πρωτοδίκες δέχθηκαν τις
νομικές θέσεις της μειοψηφίας των αρεοπαγιτών  και ανέβαλαν την έκδοση οριστικής απόφασης για το μείζον αυτό
ζήτημα που αφορά μεγάλο αριθμό δανειοληπτών.

Τι σημαίνει όμως πρακτικά η πολυαναμενόμενη απόφαση του ΔΕΕ; Πολύ απλά ότι εφόσον γίνουν δεκτές οι θέσεις του
Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, «ανοίγει» για πρώτη φορά ο έλεγχος καταχρηστικότητας του όρου μετατροπής του
ευρώ σε ελβετικό φράγκο! Αυτομάτως λοιπόν, με το άνοιγμα του ελέγχου καταχρηστικότητας, ανοίγει ο ασκός του
Αιόλου για τις Τράπεζες, καθώς τα Ελληνικά Δικαστήρια θα κληθούν να κρίνουν επί μιας σειράς «καυτών» ερωτημάτων
που θα αφορούν την ευθύνη των Τραπεζών κατά την προώθηση των δανείων. Αυτονόητο είναι ότι εάν η απάντηση έστω και
σε ένα από αυτά τα ερωτήματα είναι θετική για τον δανειολήπτη, τότε ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την οριστική
δικαίωση του και την αποζημίωση του συνόλου του κεφαλαίου του.

Τα πλέον σημαντικά από τα ερωτήματα αυτά είναι:

α) Ήταν οι τραπεζικοί υπάλληλοι που προώθησαν τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο εφοδιασμένοι με Πιστοποιητικό
Καταλληλότητας το οποίο να το επέδειξαν στον δανειολήπτη;

β) Παρουσιάστηκε στον κάθε δανειολήπτη η πιθανή συναλλαγματική εξέλιξη, με τουλάχιστον δύο (2) αντιπροσωπευτικά
παραδείγματα διακύμανσης της ισοτιμίας ευρώ-ελβετικού φράγκου;

γ) Ενημερώθηκε ο κάθε δανειολήπτης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο του ελβετικού φράγκου με λεξιλόγιο απλό και
στα μέτρα του;

Το τελευταίο ιδίως ερώτημα είναι κρίσιμο για την εξέλιξη της υπόθεσης: Θα κληθεί η Τραπεζα να απαντήσει εάν
κατά την υπογραφή του δανείου ενημέρωσε τον δανειολήπτη ευθαρσώς, χωρίς περιττούς και δυσνόητους για τον μέσο
Έλληνα όρους. Θα πρέπει να απαντήσει εάν ξεκαθάρισε ότι ναι μεν με τη σύμβαση αυτή κερδίζεις κάποιες μονάδες
επιτοκίου, ΥΠΑΡΧΕΙ όμως η πιθανότητα να βρεθείς ζημιωμένος κατα ΔΕΚΑΔΕΣ ή και ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ευρώ, χωρίς
αυτή η ζημία να έχει οποιοδήποτε «ταβάνι», εν όψει της ρευστής φύσης της αγοράς συναλλάγματος.

Εάν, λοιπόν, αυτή η ενημέρωση πραγματοποιήθηκε, τότε για ποιο λόγο ο μέσος Έλληνας δανειολήπτης προέβη
στη λήψη ενός δανείου παντελώς αδιαφανούς, επικίνδυνου και ασύμφορου; Βέβαιο είναι ότι, υπό το φως των
νέων εξελίξεων, τα ερωτήματα αυτά θα επηρεάσουν την τελική τροπή της υπόθεσης των δανείων σε ελβετικό
φράγκο όσων δανειοληπτών προσέφυγαν στη δικαστική κρίση.